30 Απρ 2015

Μάντι Γουότερς, Muddy Waters, (4 Απριλίου 1913 - 30 Απριλίου 1983)


Ο Μάντι Γουότερς, πραγματικό όνομα McKinley Morganfield, ήταν Αμερικάνος μουσικός της μπλουζ, γνωστός σαν ο "πατέρας της μπλουζ σκηνής του Σικάγο". Το περιοδικό "Rolling Stone" τον έχει κατατάξει στη 17η θέση της λίστας με τους εκατό σπουδαιότερους μουσικούς όλων των εποχών.

Ο Waters γεννήθηκε στην κομητεία της Ισακένα του Μισισίπι των Ηνωμένων Πολιτειών, στις 4 Απριλίου του 1913. Το προσωνύμιο "Muddy" του το έδωσε η γιαγιά του, Ντέλα Γκραντ, γιατί του άρεσε να παίζει με το νερό της λάσπης κατά την παιδική του ηλικία. Αργότερα, ο ίδιος προσέθεσε τη λέξη "Waters" ολοκληρώνοντας το όνομα με το οποίο έγινε διάσημος. Κατά τα εφηβικά του χρόνια, έμαθε αρχικά να παίζει φυσαρμόνικα και στη συνέχεια ακουστική κιθάρα με κύριες επιρροές τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Σον Χάουζ.

Το Νοέμβριο του 1932, παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο, Μέιμπελ Μπέρι, με την οποία χώρισε τρία χρόνια αργότερα, όταν ο Waters έκανε το πρώτο του παιδί με μία άλλη γυναίκα, την Λεόλα Σπέιν.

Το 1940, μετακόμισε στο Σικάγο για πρώτη φορά για να παίξει κιθάρα με τον Σάιλας Γκριν, επιστρέφοντας στο Μισισίπι λίγους μήνες αργότερα. Το καλοκαίρι του 1941, ο πολυπράγμων Άλαν Λόμαξ μετέβη στην περιοχή μέσω της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών για να ηχογραφήσει διάφορους φολκ μουσικούς της επαρχίας. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Muddy Waters, τον οποίο ηχογράφησε έξω από το σπίτι του, δουλειά για την οποία κέρδισε είκοσι δολάρια και δύο αντίτυπα της μουσικής του. Ο Λόμαξ επέστρεψε ένα χρόνο αργότερα, ηχογραφώντας και πάλι τον Waters. Οι δύο αυτές ηχογραφήσεις εκδόθηκαν στη συλλογή "Muddy Waters: The Complete Plantation Recordings. The historic 1941-42 Library of Congress field recordings", το 1993.




Εκείνο το διάστημα παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, μία κοπέλα με το όνομα Σάλι Ανν, πριν μετακομίσει για δεύτερη και οριστική φορά στο Σικάγο, το 1943. Στο Σικάγο έζησε για ένα μικρό διάστημα με κάποιο συγγενή του, ενώ δούλευε σε εργοστάσιο την ημέρα και έπαιζε μουσική τα βράδια. Στις πρώτες του εμφανίσεις άνοιγε τις εμφανίσεις του Big Bill Broonzy και πήρε την πρώτη του ηλεκτρική κιθάρα το 1945.

Την επόμενη χρονιά, ηχογράφησε κάποια τραγούδια για τον J. Mayo Williams μέσω της "Columbia Records", ενώ μέσα στο 1946 ηχογράφησε για την "Aristocrat Records" των αδελφών Λέοναρντ και Φιλ Τσες. Το 1947 έπαιξε κιθάρα με τον Sunnyland Slim στο πιάνο για το σινγκλ "Gypsy Woman" / "Little Anna Mae", αλλά η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήρθε την επόμενη χρονιά με το σινγκλ "(I Feel Like) Going Home" / "I Can't Be Satisfied" το οποίο σκαρφάλωσε στο Νο 11 της λίστας Hot R&B Songs του Billboard.

Η "Aristocrat" μετονομάστηκε σε "Chess Records" και ο Waters κυκλοφόρησε την μεγάλη επιτυχία "Rollin' Stone", του οποίου τα έσοδα του επέτρεψαν να παραιτηθεί από την καθημερινή του δουλειά. Το συγκεκριμένο κομμάτι συμπεριλήφθηκε στη λίστα με τα "500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών" του περιοδικού "Rolling Stone", το οποίο πήρε το όνομα του από αυτό το τραγούδι.

Η "Chess" δεν επέτρεπε στον Waters να ηχογραφεί στο στούντιο με τους ίδιους μουσικούς με τους οποίους έπαιζε καθημερινά, παρέχοντας του άτομα που θεωρούσε κατάλληλα για τις ηχογραφήσεις. Από τον Σεπτέμβριο του 1953 και έπειτα, τον πλαισίωναν μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα της μπλουζ μουσικής σκηνής, με τον Τζίμι Ρότζερς να έχει αναλάβει την κιθάρα, τον Μάριον Γουόλτερ Τζέικομπς (γνωστό ως "Little Walter") την φυσαρμόνικα, τον Ότις Σπαν το πιάνο και τον Έλτζιν Έβανς τα τύμπανα. Σε συνεργασία με τον μπασίστα και συνθέτη Γουίλι Ντίξον, κυκλοφόρησαν μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της καριέρας του Waters, όπως το "I'm Your Hoochie Coochie Man" που έφθασε στο Νο 3 των Hot R&B Songs, το "Just Make Love to Me (I Just Want to Make Love to You)" (Νο 4) και το "I'm Ready".

Το 1954, ο Howlin' Wolf αποφάσισε να μετακομίσει στο Σικάγο μετά την επιτυχία των σινγκλ που είχε κυκλοφορήσει μέσω της "Chess". Λίγο μετά την άφιξη του στο Σικάγο ξεκίνησε η αντιπαλότητα του με τον Waters. Ο κύριος λόγος της αντιπαλότητας τους αυτής ήταν ότι ο Γουίλι Ντίξον έγραφε τραγούδια και για τους δύο. Τα "I'm Your Hoochie Coochie Man" και "Just Make Love to Me (I Just Want to Make Love to You)" του Waters και το "Little Red Rooster", "I Ain't Superstitious" και "Evil" του Wolf ήταν συνθέσεις του Ντίξον, για τον οποίο ο Wolf υποψιαζόταν ότι έδινε τις καλύτερες του δημιουργίες στον Waters, γεγονός που φούντωσε ακόμη περισσότερο την αναμεταξύ τους έχθρα.[8]

Η επιτυχία του Waters βοήθησε τους μουσικούς που τον συνόδευαν να γνωρίσουν επιτυχία με τις προσωπικές τους δουλειές, όπως ο Little Walter με το σινγκλ "Juke" που ανέβηκε στην κορυφή του R&B chart το 1952, κάτι που επανέλαβε τρία χρόνια αργότερα με το "My Babe", ο Ρότζερς που παραιτήθηκε το 1955 για να συνεχίσει με το προσωπικό του σχήμα, ενώ ο Ότις Σπαν συνέχισε στο συγκρότημα του Waters παράλληλα με την προσωπική του καριέρα.


Το 1955, ο Waters κυκλοφόρησε ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του, το "Mannish Boy" σκαρφαλώνοντας στο Νο 5, ενώ την ίδια χρονιά είχε άλλες δύο επιτυχίες με τα "Sugar Sweet (I Can't Call Her Sugar)" και "Trouble No More". Ακολούθησαν τα "Forty Days & Forty Nights" και "Don't Go No Further" στις αρχές του 1956, τα οποία ανέβηκαν στο Top-10 ενώ μέσα στη χρονιά κυκλοφόρησε ένα από τα γνωστότερα του τραγούδια, το "Got My Mojo Working".

Το 1958, κυκλοφόρησε η τελευταία μεγάλη εμπορική του επιτυχία, το κομμάτι "Close to You", ενώ την ίδια χρονιά ο Waters μετέβη στη Μεγάλη Βρετανία, παρουσιάζοντας τον ήχο των ηλεκτρικών μπλουζ για πρώτη φορά στη Γηραιά Αλβιόνα, μαζί με το τζαζ συγκρότημα Chris Barber band και τον Ότις Σπαν. Η ηλεκτρική "slide" κιθάρα και τα στομφώδη φωνητικά του σόκαραν το άπειρο σε κάτι τέτοιο αγγλικό κοινό.

Στις 3 Ιουλίου 1960, εμφανίστηκε στο φεστιβάλ τζαζ του Νιούπορτ με τον κιθαρίστα Πατ Χέιρ, τον μπασίστα Άντριου Στίβενς, το ντράμερ Φράνσις Κλέι και τον Ότις Σπαν στο πιάνο. Η ηχογράφηση της συγκεκριμένης συναυλίας κυκλοφόρησε στις 15 Νοεμβρίου 1960 με τον τίτλο "At Newport 1960" και έχει καταταχθεί στην 348η θέση της λίστας με τα "500 σπουδαιότερα άλμπουμ όλων των εποχών" από το περιοδικό "Rolling Stone". Μέσα στη χρονιά, είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ "Muddy Waters Sings Big Bill Broonzy", αποτίοντας φόρο τιμής σε μία από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές επιρροές του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Waters και το συγκρότημα του ηχογραφήθηκαν στερεοφωνικά.



Ακολούθησε το "Folk Singer" τον Απρίλιο του 1964, με τον Waters και τον Buddy Guy να παίζουν ακουστική κιθάρα, τον Γουίλι Ντίξον, κοντραμπάσο και τον Κλίφτον Τζέιμς, τύμπανα. Το άλμπουμ έχει τοποθετηθεί στη θέση Νο 282 της λίστας του "Rolling Stone" και έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές παρά το γεγονός ότι δεν κατάφερε να μπει στα τσαρτ καμίας χώρας. Κατά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, έπαιξε στο "American Folk Blues Festival", ενώ περιόδευσε στην Ευρώπη παίζοντας στην Αγγλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Δανία και τη Γαλλία. Μερικά από τα τραγούδια τα οποία έπαιζε ήταν τα "My Captain", "Rollin' Stone", "Five Long Years", "Blow Wind Blow", "Trouble No More", "My Home Is In The Delta" και "Got My Mojo Working.


Ακολούθησε η συλλογή "The Real Folk Blues" για να συνεχίσει με το "Brass and the Blues" στα τέλη του 1966, στο οποίο μετά την ηχογράφηση των βασικών κομματιών προστέθηκαν πνευστά, ενώ ο δίσκος χαρακτηρίστηκε από τις σόουλ επιρροές του.

Το 1967, ένωσε τις δυνάμεις του με τον Bo Diddley και τον Little Walter για το άλμπουμ "Super Blues", το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς μέσω της "Checker Records", θυγατρικής της "Chess". Το δεύτερο μέρος της συγκεκριμένης έκδοσης ακολούθησε την επόμενη χρονιά, με τον Howlin' Wolf να παίρνει τη θέση του Little Walter για το "The Super Super Blues Band".

Τον Μάιο του 1968, ηχογράφησε το άλμπουμ "Electric Mud" το οποίο κυκλοφόρησε στις 5 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, όντας ο πρώτος του δίσκος που μπήκε στις λίστες του Billboard 200 πουλώντας 150.000 αντίτυπα στις πρώτες έξι εβδομάδες της κυκλοφορίας του, ενώ σκαρφάλωσε στο Νο 47 στα τσαρτ του Καναδά. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν με το ψυχεδελικό σόουλ συγκρότημα Rotary Connection, μετά από πρόταση του παραγωγού Μάρσαλ Τσες για να πειραματιστεί ο Waters με τον ήχο του. Το άλμπουμ θεωρείται αντιφατικό λόγω της μίξης των ηλεκτρικών μπλουζ με ψυχεδελικά στοιχεία, αν και αποτέλεσε επιρροή για αρκετά συγκροτήματα εκείνης της εποχής. Μετά από έντονη κριτική που δέχτηκε, ο Waters δήλωσε ότι "δεν του άρεσε ο δίσκος και ο ήχος του και δεν το θεωρούσε μπλουζ".

Λίγους μήνες αργότερα, ακολούθησε το "After the Rain" με περιορισμένα τα ψυχεδελικά στοιχεία, ενώ ο Waters έπαιξε κιθάρα στα τέσσερα από τα οκτώ τραγούδια του δίσκου, κάτι που απουσίαζε από τις ηχογραφήσεις του κατά τη δεκαετία του '60.

Τον Αύγουστο του 1969, κυκλοφόρησε το ηχογραφημένο από τις 21 μέχρι τις 24 Απριλίου εκείνης της χρονιάς, "Fathers and Sons". Ο δίσκος περιελάμβανε ηχογραφήσεις από τα "Tel Mar Studios" του Σικάγο, όπως και ζωντανές εκτελέσεις από το "Super Cosmic Joy-Scout Jamboree" την τελευταία ημέρα των ηχογραφήσεων. Τον Waters συνόδευαν πέραν του Ότις Σπαν στο πιάνο, ο Μάικ Μπλούμφιλντ στην κιθάρα, ο Πολ Μπάτερφιλντ στη φυσαρμόνικα, ο Ντόναλντ Νταν στο μπάσο και ο Σαμ Λέι στα τύμπανα. Ο δίσκος έφθασε στο Νο 70 του Billboard, την υψηλότερη θέση από οποιοδήποτε άλλο άλμπουμ του Muddy Waters.

Ο δίσκος "Hard Again", ο πρώτος που κυκλοφόρησε ο Muddy Waters μέσω της εταιρείας Blue Sky Records

Στις 16 Οκτωβρίου 1969, ο Λέοναρντ Τσες έπαθε έμφραγμα και πέθανε την ώρα που οδηγούσε. Λίγο πριν, μαζί με τον αδελφό του, Φιλ Τσες, πούλησαν την "Chess Records" στην "General Recorded Tape Corporation" έναντι 6,5 εκατομμυρίων δολαρίων και 20% των μετοχών.

Το ίδιο διάστημα, ο Waters αντιμετώπισε προβλήματα υγείας με τους γιατρούς να τον αναγκάζουν να σταματήσει να πίνει βαριά αλκοολούχα ποτά, επιτρέποντας του να συνεχίσει με σαμπάνια "Piper-Heidsieck" με σκοπό να κρατήσει την πίεση του σε φυσιολογικά πλαίσια.[24] Εκείνη τη χρονιά και μετά από 17 χρόνια συνεργασίας, ο Ότις Σπαν αποχώρησε δίνοντας τη θέση του στον Γουίλι Πέρκινς. Στις 24 Απριλίου 1970 πέθανε από καρκίνο στο ήπαρ σε ηλικία 40 ετών.





Μετά από μία συναυλία στο Τενεσί, ο Muddy Waters επέστρεφε στο Σικάγο με το αυτοκίνητο του, όταν ήλθε σε μετωπική σύγκρουση με αυτοκίνητο που ξέφυγε από το αντίθετο ρεύμα. Ο οδηγός του οχήματος του Waters έχασε τη ζωή του, ενώ ο ίδιος έσπασε τρία πλευρά, τη λεκάνη του, ο γοφός του θρυμματίστηκε και εξαρθρώθηκε η πλάτη του. Μετά από δύο μήνες νοσηλείας, πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο τον Ιανουάριο του 1970, περπατώντας με μπαστούνι και έχοντας τα χέρια του πρησμένα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να παίξει κιθάρα.

Μετά τη βελτίωση της υγείας του, ο Waters περιόδευσε και πάλι στην Ευρώπη, αλλά λόγω σφάλματος του μάνατζερ του δεν πληρώθηκε για τις εμφανίσεις του στην Αγγλία. Γι' αυτό το λόγο, τον απέλυσε και συνέχισε κλείνοντας ο ίδιος τις εμφανίσεις του, μέχρι που γνώρισε τον Σκοτ Κάμερον, ο οποίος τον βοήθησε να ξεφύγει από τα μικρά κλαμπ προωθώντας τον σε μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό.

Οι εμφανίσεις του στις 11 και 12 Ιουνίου στο κλαμπ "Mister Kelly's" ηχογραφήθηκαν, για να κυκλοφορήσουν τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς στο άλμπουμ "Muddy Waters Live (At Mr. Kelly's)", το οποίο σηματοδότησε τη μεταστροφή του προς ένα ευρύτερο κοινό και τη γενικότερη επιστροφή του μετά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε.

Το 1971, κέρδισε το βραβείο "Grammy" στην κατηγορία "Best Ethnic or Traditional Folk Recording" για τη συλλογή ανέκδοτων ηχογραφήσεων "They Call Me Muddy Waters" που είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 1970.

Στα τέλη του 1971, ο Waters μετέβη στο Λονδίνο μαζί με τον Κάρεϊ Μπελ στη φυσαρμόνικα και τον Σάμι Λόχορν στην κιθάρα. Από τις 4 μέχρι τις 8 Οκτωβρίου, ηχογράφησαν το δίσκο "The London Muddy Waters Sessions" μαζί με τον Ρόρι Γκάλαχερ, τον Στιβ Γουίνγουντ, τον μπασίστα Ρικ Γκρις και τον πρώην ντράμερ του Τζίμι Χέντριξ, Μιτς Μίτσελ. Το συγκεκριμένο άλμπουμ έδωσε στον Waters το δεύτερο του "Grammy".

Στις 15 Μαρτίου 1973, η σύζυγος του Muddy Waters, Τζενίβα Μόργκανφιλντ πέθανε από καρκίνο, οδηγώντας τον και πάλι σε ιατρική βοήθεια, μετά από την οποία αναγκάστηκε να κόψει το κάπνισμα. Ο Waters ανέλαβε την επιμέλεια κάποιων από τα παιδιά του, μεταξύ αυτών και ο μετέπειτα κιθαρίστας Γουίλιαμ "Big Bill" Μόργκανφιλντ. Θεωρώντας ότι το Σικάγο δεν ήταν κατάλληλο μέρος για να ζήσει με την οικογένεια του, μετακόμισε στο Γουέστμοντ του Ιλινόι, ένα μέρος το οποίο βρήκε με την βοήθεια του Σκοτ Κάμερον. Μετά από μία συναυλία στη Φλόριντα, γνώρισε τη μέλλουσα σύζυγο του, Μάρβα Τζιν Μπρουκς, η οποία ήταν 19 ετών και μετακόμισε μαζί του στο νέο του σπίτι.

Το 1975, συνεργάστηκε με τον Πολ Μπάτερφιλντ, τον μπασίστα Φρεντ Κάρτερ, τον κιθαρίστα Μπομπ Μάργκολιν, τον σαξοφωνίστα Γκαρθ Χάντσον και το ντράμερ Λέβον Χελμ για το δίσκο "Muddy Water's Woodstock Album", ο οποίος έδωσε στον τραγουδιστή το τρίτο του βραβείο "Grammy".

Μετά τη λύση της συνεργασίας του με την "Chess", ο Waters υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τη δισκογραφική εταιρεία "Epic Records" και μετά από προτροπή του Τζόνι Γουίντερ στην "Blue Sky", ηχογραφώντας το άλμπουμ "Hard Again" με την συμμετοχή του Γουίντερ στην κιθάρα και την παραγωγή. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 10 Ιανουαρίου 1977, μπαίνοντας στη λίστα του Billboard και δίνοντας στον τραγουδιστή το τέταρτο του βραβείο "Grammy". Ο δίσκος χαρακτηρίστηκε ως η επιστροφή του Waters στον αρχικό ήχο των μπλουζ του Σικάγο.

Μετά από μία σύντομη περιοδεία, οι Muddy Waters Blues Band επέστρεψαν στο στούντιο τον Οκτώβριο του 1977. Με τη συμμετοχή και πάλι του Γουίντερ, ηχογράφησαν το άλμπουμ "I'm Ready", το οποίο εκδόθηκε στις αρχές του 1978 δίνοντας στον καλλιτέχνη άλλο ένα "Grammy".

Το επίπεδο των συναυλιών του Waters αποτυπώθηκε στο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ "Muddy "Mississippi" Waters – Live", του οποίου οι ηχογραφήσεις προέρχονται από εμφανίσεις του κατά την περιοδεία του "Hard Again" και του "I'm Ready". Η κυκλοφορία του άλμπουμ έγινε το 1979, με τον τραγουδιστή να λαμβάνει το έκτο και τελευταίο βραβείο "Grammy".

Ο Waters περιόδευσε στην Ευρώπη με μεγάλα έσοδα και ηχογράφησε το τελευταίο άλμπουμ του με τίτλο "King Bee", τον Μάιο του 1980. Το άλμπουμ ολοκληρώθηκε μέσα διάστημα τριών ημερών λόγω των προβλημάτων υγείας που πλέον αντιμετώπιζε ο καλλιτέχνης, με τους Γουίντερ και Μάργκολιν να δηλώνουν απογοητευμένοι από το αποτέλεσμα.

Οι σχέσεις μεταξύ των μελών του συγκροτήματος του και του μάνατζερ Σκοτ Κάμερον ήταν τεταμένες και μετά την άρνηση του τελευταίου να αυξήσει την αμοιβή τους πριν την έναρξη μιας περιοδείας στην Ιαπωνία, όλα τα μέλη παραιτήθηκαν και ο Waters βρήκε τον εαυτό του μπροστά σε ένα νέο συγκρότημα.

Στα τέλη του 1981, ο Muddy Waters διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα, για την αντιμετώπιση του οποίου αφαιρέθηκε κομμάτι του πνεύμονα του. Μετά από ακτινοθεραπεία στην οποία υποβλήθηκε, ο Waters αρνήθηκε την χημειοθεραπεία. Η ασθένεια κρατήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και το καλοκαίρι του 1982 προγραμματίσθηκε μία νέα περιοδεία.

Σε μία εμφάνιση του Έρικ Κλάπτον στο Μαϊάμι στις 30 Ιουνίου 1982, ο Waters ανέβηκε στη σκηνή χωρίς να το γνωρίζει ο Κλάπτον από πριν, για να τραγουδήσει το "Blow Wind Blow". Κατά την επιστροφή του από τη συναυλία, παρουσίασε αιμόπτυση και μετά από εξέταση ενημερώθηκε ότι το καρκίνωμα είχε επανεμφανιστεί. Το σώμα του είχε εξασθενίσει σε βαθμό που δεν ήταν ικανό να αντέξει μία ακόμη επέμβαση και ο Waters επέλεξε να επιστρέψει στο σπίτι του. Πέθανε στις 30 Απριλίου 1983 στον ύπνο του, από καρδιακή ανεπάρκεια. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο του Ρέστβεϊλ στο Άσλιπ του Ιλινόι, με την παρουσία πολλών καλλιτεχνών τους οποίους επηρέασε, αλλά και μεγάλου πλήθους οπαδών της μουσικής του.

Το 1987, εντάχθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame και πέντε χρόνια αργότερα έλαβε το βραβείο "Grammy" στην κατηγορία "Βραβεία Γκράμι για Συνολική Προσφορά".


Πηγή: Βικιπαίδεια

Willie Nelson - Summer Wind

Summer Wind, το δεύτερο τραγούδι του άλμπουμ με τίτλο My Way του Αμερικάνου μουσικού Willie Nelson. Κυκλοφόρησε το 2018.