7 Νοε 2013

ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ.....

Του Δημήτρη Επικούρη

Τώρα, μέσα που στο λιγοστό χρόνο που βρίσκω και σκαλίζω την ιστορία του μπλουζ, γυρνάω πίσω, πολύ πίσω στην εποχή της εφηβικής αθωότητας.

Παρακολουθώ το φιλμ της μέχρι τώρα ζωής μου και νοσταλγώ τις εικόνες,  τα αρώματα της πρώτης φοράς, της φοράς που συνάντησα τα μπλουζ και τα άφησα να τρυπώσουν μέσα μου, να φωλιάσουν και να κατοικήσουν για πάντα μέσα στο καβούκι της ταπεινής μου ύπαρξης.



Γυμνάσιο, ετών 14άρων.

Το Ροκ πλημμύριζε τα πάντα, πάρτυ εφήβων σε κάθε γειτονιά, Pink FLoyd, Deep Purple, The Who και πολύ Rory Gallagher. Χορός με φανταστικές κιθάρες που σόλαραν αόρατες στα χέρια μας. Πιτσιρικάδες εκστασιασμένοι. Ορεξάτοι για επαναστάσεις που συνήθως κατέληγαν άδοξα, περιορισμένες σε μια σχολική αποχή γιατί κοβόταν το χαρτζιλίκι.

Τσάρκες στην Αθήνα με το λεωφορείο που κατέληγε στη Μενάνδρου, τσάρκα στα δισκάδικα, ενίοτε και καμιά μπουρδελότσαρκα και όνειρα πολλά. Όνειρα και σχέδια για να κατακτήσουμε τον κόσμο, να τον κάνουμε δικό μας. Τα Σαββατοκύριακα μάζωξη πότε στο σπίτι του ενός και πότε του άλλου. Scorpions, Amon Dull, Ian Dury, Genesis, Procol Harum, the Doors, Janis Joplin Jethro Tull.

Εποχή της κασέτας και του βινυλίου αλλά για τους προνομιούχους που είχαν στερεοφωνικά της προκοπής. Ρεφενές να αγοραστεί κάποιος δίσκος και μετά να γίνει κασέτες, πολλές κασέτες για να μοιραστεί στη παλιοπαρέα..............




Λύκειο.

 Εποχή αποφάσεων για τη σχολή και το μελλοντικό επάγγελμα. Έτσι νωρίς γίνονται όλα σ' αυτή τη χώρα . Πολύ νωρίς αποφασίζει το πολιτειακό σύστημα να μας "ωριμάσει" και να μας εντάξει στο ζελέ του, στα όριά του, στη διατροφή του.

Βαγγέλης Λ, συμμαθητής μου. Γνωριστήκαμε στην Α' Λυκείου. Ψηλός, αδύνατος μαυριδερός. Προνομιούχος. Είχε καλό στερεοφωνικό και αγόραζε πολλούς δίσκους. Δύο πράγματα ήξερε καλά. Τα δισκάδικα και τα μπουρδέλα. Αντρίζαμε και οι μπαμπάδες μας, είχαν έγνοια το πρώτο μας "βάπτισμα" στον έρωτα που αναπόφευκτα και λόγω της παρακμιακής μας παράδοσης όφειλε να είναι αγοραίος. Αυτό το σιχαινόμουν. Βόλτες και τσάρκες στα μέρη τα πονηρά πήγα αρκετές. Ποτέ δεν έκατσα, όμως. Φοβόμουν, ντρεπόμουν, με έπιανε κρύος ιδρώτας, κόμπλαρα, έχανα το κόσμο κάτω από τα πόδια μου.

Κανένα πρόβλημα όμως. Το χαρτζιλίκι του μπαμπά που δινόταν γι' αυτό το σκοπό, δεν πήγαινε χαμένο. Αγόραζα δίσκους. Με το Βαγγέλη αρχηγό, πηγαίναμε λοιπόν όλοι μαζί παρέα στα μπουρδέλα, τους περίμενα υπομονετικά να ξεκαβλώσουν και μετά ερχόταν η σειρά μου για επίσκεψη στα δισκάδικα. Tζίνα, Music Corner, Jazz Rock στο Μοναστηράκι, Philodisc αλλά και στους χύμα μεταχειρισμένους δίσκους που άπλωναν οι πονηροί τυπάδες στη Πλάκα και το Μοναστηράκι. Όταν το χαρτζιλίκι δεν έφτανε, έκρυβα τους δίσκους σε ράφια άλλης μουσικής και περίμενα να πάω να τους τσιμπήσω όταν ξαναμάζευα φράγκα.

Το "στερεοφωνικό" μου ήταν της πλάκας. Με τη βοήθεια του φίλου μου του Τάκη, γιου του καφετζή της γειτονιάς μας, γνωρίστηκα με έναν τύπο που είχε αρκετά πάρε-δώσε με εμπόρους Αθίγγανους από την Αγία Βαρβάρα, το λημέρι τους, το γκέτο τους δηλαδή. Πήγα λοιπόν μια κυριακή μαζί με το φίλο μου και τον πελάτη του καφενείου που τους ήξερε, να αγοράσω το στερεοφωνικό μου. Είχα δει το "στερεοφωνικό" του Τάκη και το λιγουρεύτηκα γιατί είχε πολλά φωτάκια. Η μάρκα ήταν "TECSONIC" αλλά δεν έλεγε που κατασκευάστηκε. Το έφερα στο σπίτι με καμάρι έχοντας πληρώσει κάποιες χιλιάδες δραχμές. Σπουδαίο δώρα του πατέρα μου! Το πικάπι (ιδίας μάρκας) είχε βελόνα για όργωμα. Φοβούμενος ο μακαρίτης ο γέρος μου μη του καταστρέψω τη συλλογή του με τα Φλαμένκο, τα Ουγγρικά βιολιά και τους LOS INCAS, μου πήρε ένα πικάπ SILVER με κεφαλή PANASONIC. H αγορά των δίσκων ήταν ιεροτελεστία. Η μυρωδιά του χαρτιού, τα αυλάκια του δίσκου, τα καθαριστικά για το βινύλιο αλλά και τα χρατς χρουτς που πολλές φορές δεν έφευγαν ούτε με καθαρό οινόπνευμα, είναι κομμάτι από τις αναμνήσεις μου.

Αγόραζα ανελλιπώς το ΠΟΠ & ΡΟΚ και διάβαζα τις κριτικές των δίσκων. Είχα σταμπάρει  ένα τύπο που έγραφε δισκοκριτικές και τον εμπιστευόμουν. Πητ Κωνσταντέας. Όταν έδινε "Α", ξαμολιόμουν να τσιμπήσω το δίσκο. Τις περισσότερες φορές πραγματικά άξιζε τον κόπο γιατί τα γούστα του Πητ φαίνεται πως ήταν παρόμοια με τα δικά μου.




Β' Λυκείου.

"Θα φύγεις μόλις τελειώσεις το λύκειο. Δεν θέλω να περάσεις εδώ. Θα πας  Αμερική." Οι κουβέντες του πατέρα μου. Εκτελωνιστής τότε, η δουλειά πήγαινε αρκετά καλά, πολλά παιδιά συναδέλφων του σπούδαζαν στις ΗΠΑ. Ήθελε λοιπόν να πάω και εγώ να σπουδάσω εκεί. Εγώ δεν ήθελα. Είχα τα φιλαράκια μου που αγοράζαμε δίσκους και μιλάγαμε για χαμένους πολιτισμούς τα βράδια, είχα τη Σοφούλα, τη συνομήλική μου γειτόνισσα που με ξεχαρμάνιαζε άνευ πλήρους διεισδύσεως, είχα και τη κάψα μου να σπουδάσω φιλοσοφία. Τι δουλειά είχα εγώ με τις πολιτικές επιστήμες και τα οικονομικά που μου τσαμπούναγε ο γέρος μου.

Οι πιέσεις όμως ήταν πολλές. Αντιρρήσεις ο γέρος δε σήκωνε. Παραλίγο να σκάσει ένα τεράστιο τασάκι από αλάβαστρο στα πόδια μου όταν τόλμησα να τον απειλήσω (τρόπος του λέγειν) πως αν δεν μου έπαιρνε κιθάρα και δεν με έγραφε σε ωδείο, θα έφευγα (και καλά) από το σπίτι! Έτσι λοιπόν, από τη Β' Λυκείου ξεκίνησα τα εντατικά Αγγλικά και προετοιμασία για TOEFL και SAT. Καθηγήτριά μου η Μαριαλένα Γκιαμίλη, όμορφη και γλυκιά.

 Ελληνοαμερικάνα γεννημένη στο Σικάγο. Σ' αυτή τα χρωστάω όλα. Στις διάφορες κουβέντες που κάναμε, περιλαμβανόταν και η μουσική. Με αυτή κατάλαβα ότι το μπλουζ δεν είναι η αργή μουσική που ακούνε τα αγοράκια σε πάρτυ με τα φώτα χαμηλωμένα και με τα χέρια έτοιμα να χουφτώσουν τα κοριτσάκια με τα μίνι και τα σοσονάκια υπό τη θέα του VAT 69 και του Cinzano.

Kαι ο πρώτος δίσκος; Μου είχε φτιάξει μια λίστα με δίσκους να αγοράσω η καλή μου δασκάλα. Ο πρώτος ήταν αυτός που με έστειλε απευθείας στην αγκαλιά του μπλουζ. Michael Bloomfield, Nick Gravenites and Friends, Live at Bill Graham's Filmore West. Αρρώστησα! Δεν θυμάμαι πόσες φορές έπαιξα αυτό το δίσκο. Στο τέλος πλέον δεν ακουγόταν από τη πολύ χρήση. Ακολούθησαν και άλλοι Bloomfield και Paul Butterfieldδίσκοι. White Blues at its best........

O Mike Bloomfield ήταν, είναι και θα είναι ο ήρωάς μου. Τον λάτρεψα και τον λατρεύω και ας έφυγε άδοξα, μέσα μου ζει.




Αμερική

Πρωτοετής φοιτητής στο Southern Illinois University (SIU). Υποχρεωτικό μάθημα μια περατζάδα από τη λογοτεχνία. Καθηγήτρια, η Susan Springel Martel. Kοντούλα, με δύο τεράστια μπλε μάτια, γαλλική μύτη και πολύ χαμόγελο. Αυτή με πήγε στα βαθιά. Στο νέγρικο μπλουζ. Με ταξίδεψε στους ήχους του Δέλτα και του Σικάγο. Αυτό ήταν. Είχα ήδη βαπτιστεί στα λασπονέρια (muddy waters) του μπλουζ. Μετά ήρθε μια άλλη κυρία που γνώριζε και αγαπούσε τα μπλουζ. Με γύρισε παντού, σε κόσμους αληθινούς που δεν θα κατάφερνα να γνωρίσω ποτέ μόνος μου. Μαζί φύγαμε στο New Jersey για μεταπτυχιακά, μαζί συντροφευτήκαμε για πολλά χρόνια. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Δική μου ιστορία με τέλος κακό που συχνά γίνεται ανελέητος εφιάλτης και με καταδιώκει ποτίζοντάς με χολή που γίνεται όλο και πιο πικρή όσο τα χρόνια περνούν.

Δεν πειράζει, προχωράμε.....

Μελετάω με πολύ λεπτομέρεια την ιστορία των μπλουζ του Σικάγο για το βιβλίο που γράφω, όταν βέβαια υπάρχει ο χρόνος.. Συναρπαστική από κάθε άποψη. Συναρπαστική και η ιστορία του Michael Bloomfield που εγκατέλειψε τα καλούδια της τεράστιας εταιρίας του πατέρα του (αργότερα μετεξελίχθηκε στο γνωστό σε όλους μας κολοσσό BEATRICE FOODS) για να ακούσει και να παίξει τα μπλουζ του. Έφυγε λίγο μετά τα τριάντα του χρόνια! Έφηβος, παρακαλούσε τη νέγρα υπηρέτρια του σπιτιού του να τον πάει στο South side στο Σικάγο για να δει τα ιερά τέρατα του μπλουζ και ινδάλματά του. Αυτοί τον είδαν, τον αφουγκράστηκαν, αναγνώρισαν το πολύ μεγάλο του ταλέντο και τον ανέβασαν στο πάλκο. Έτσι ξεκίνησε τη διαδρομή του μαζί με τον Paul Butterfield, τον Nick Gravenites , τον BarryGoldberg και πολλούς άλλους. Τελευταία ξαναδιάβασα και ένα μικρό βιβλιαράκι που είχε γράψει ο Mike όταν, ακόμα άγνωστος, συνόδευε τον Big Joe Williams στις μπλουζ περιοδείες του. Τι κόσμος τότε.....Αληθινός κόσμος χωρίς ζελατίνες και φιόγκους.

Το παλιό μου φίλο και συμμαθητή, το Βαγγέλη Λ, τον πέτυχα τις προάλλες στο ΤΕΒΕ. Όταν έκανα Αγγλικά για να φύγω, αυτός δήλωνε πως επειδή ήταν οργανωμένος στην ΟΝΝΕΔ, (τώρα ξερνάω, sorry)  είχε γνωστή κάποια ανιψιά ενός πρώην πρωθυπουργού (που είχε πρόβλημα στο να αρθρώνει το "ρ") και πως θα έφευγε για ΗΠΑ νωρίτερα από μένα. Τελικά, δεν έφυγε ποτέ. Έπιασε δουλειά σε ένα μαγαζί με μπαχαρικά στην Ευριπίδου, παντρεύτηκε την πολύ νεώτερή του κόρη του αφεντικού, έκανε μαζί της 2 παιδιά, πούλησε τους ΡΟΚ δίσκους του και το έριξε στα λαϊκά. Άτυχος! Η πολύ νεότερη γυναίκα του, γνώρισε κάποιον από το σύλλογο γονέων και κηδεμόνων του σχολείου των παιδιών της  και τον έτζασε. Τώρα κατοικεί μόνιμα στη Σαλαμίνα και κάνει μεροκάματα  οικοδομής.


Όλα αυτά λοιπόν μου ξαναγύρισαν και είπα να τα ξεράσω στο χαρτί όχι για να τα αφορίσω αλλά για να νοσταλγήσω ξανά τα χρόνια της αθωότητας. It sucks getting old που λέει και ο παλιός μου συμφοιτητής ο  Jonathan M, με τον οποίο ακόμα τα λέμε.

Marva Wright - You Don't Miss Your Water

You Don't Miss Your Water, το τρίτο τραγούδι του άλμπουμ με τίτλο Heartbreaking Woman της Αμερικανίδας τραγουδίστριας Marva Wri...